Χαριτίνη Ξύδη: Λαϊκά & Μπλουζ

Η Χαριτίνη Ξύδη είναι συγκλονιστική. Δεν είναι η γραφή, το μέσα ή το έξω της. Είναι η ολότητά της. Μία γυναίκα που έχει σημαδέψει -και θα συνεχίσει να το κάνει- την άνυδρη εποχή και... ασφαλτοστρωμένη κοινωνία μας. Ιστορικός, αρχαιολόγος, πεζογράφος, ποιήτρια. Όποιον τίτλο κι αν διαλέξεις για να τη γνωρίσεις, θα συνευρεθείς με στοιχεία που θα σε πάνε παραπέρα. Αν, φυσικά, θέλεις να πας παραπέρα. Πέρασα αρκετές ώρες με το τελευταίο της βιβλίο: «Λαϊκά&Μπλουζ» από τις Εκδόσεις Μετρονόμος. Κι αυτό έγινε αβίαστα. Αυτό το βιβλίο θα καταστεί εγχειρίδιο. Για μένα είναι ήδη... Συνέντευξη στη Γεωργία Λινάρδου -Χαριτίνη, ανήκω σε αυτούς τους ανθρώπους που, αν και δεν σε γνωρίζουν προσωπικά, νιώθουν λες και σε ξέρουν, νιώθουν οικειότητα μαζί σου. Ερμηνεύεται; «Καλώς βρισκόμαστε, Γεωργία. Χάρηκα ιδιαίτερα αυτή την συνέντευξη, καθώς βρίσκω τις ερωτήσεις σου ενδιαφέρουσες και ξεχωριστές. Ερμηνεύεται, με δύο πολύ φυσικούς τρόπους, κατά την προσωπική μου γνώμη. Ο ένας είναι ο πιο προφανής, και εννοώ μέσω της γραφής, εφόσον ο αναγνώστης είναι κοινωνός αυτής της πράξης, συνεπώς, μοιραία έρχεται πιο κοντά στον γράφοντα. Ο γράφων, πάλι, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αμέτοχος σε αυτό που εγείρεται στον αναγνώστη, μέσω της γραφής του. Κάποια στοιχεία του χαρακτήρα και της προσωπικότητός μας, ερήμην μας, κάποτε, ενυπάρχουν και στα γραπτά μας. Όπως η ζεστασιά, η διάθεση επικοινωνίας, η γενναιοδωρία μας (όπως και τα αντίθετά τους) κτλ. Ο άλλος λόγος είναι ότι μέσα σε αυτό το τόσο άγριο και ετερόκλητο πλήθος, υπάρχει μία ποιότητα που ευτυχώς δεν μπορεί να την κλέψει κανείς: η αναγνώριση προσώπων όμοιας ή παρεμφερούς ιδιοσυγκρασίας και νοοτροπίας. Γι’ αυτό και άνθρωποι που ταιριάζουμε ή, που αντιλαμβανόμαστε τον βίο και τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο, μοιραία ερχόμαστε πιο κοντά. Μοιάζει να είναι κάτι αόριστο και συγκεχυμένο, κι όμως, να, που έτσι συμβαίνει. Θα έλεγα, λοιπόν, κι εγώ το ίδιο για εσένα». -Ιστορικός, αρχαιολόγος, πεζογράφος, ποιήτρια... Πιστεύεις πως η ζωή έχει ανάγκη τους τίτλους ή η ουσία είναι που οφείλει να τους επιβάλλει; Και ποιος είναι ο σημαντικότερος τίτλος-ουσία σου, ο οποίος πιστεύεις ότι σε ακολουθεί; «Στον βίο μου, προτίμησα να αποφύγω την δημιουργία εντυπώσεων. Δηλαδή, να εμφανίζομαι περιφέροντας τίτλους, ιδιότητες ή σχέσεις – πολλά, εξ αυτών, πομπώδη, άνευ ουσιαστικού αντικρίσματος. Θαυμάζω ανυπόκριτα και απεριόριστα εκείνους που επιλέγουν αθόρυβα και, κάποτε, με γενναιότητα, να υπερασπιστούν τη ζωή και το έργο τους. Το ίδιο επιλέγω και εγώ, με όποιο κόστος, αναφορικά με την αναγνωρισιμότητα ή τη δημοσιότητα ίσως, και προσπαθώ αδιάκοπα γι’ αυτό. Αν και η εποχή μας διευκολύνει το αντίθετο και σε μεγάλο βαθμό, συνήθως, οι ρηχοί και επιφανειακοί επηρεάζονται και παρασύρονται από τα επιφαινόμενα, που, κατά κύριο λόγο, είναι και τα επουσιώδη. Αν επέμενες να μιλήσω για μια ιδιότητα, αυτή θα ήταν της Αρχαιολόγου-Ανασκαφέως, μια που πιστεύω ότι είναι αλληλοσυναρτώμενη και παραπληρωματική της ποίησης. Εμένα, τουλάχιστον, με βοήθησε πάρα πολύ κι εξακολουθεί. Περνώντας ο καιρός, ολοένα και διαπιστώνω πόσο κοντά είναι η ποίηση με την ανασκαφή και αντιστρόφως. Όπως γράφει και ο καθηγητής μου, σπουδαίος αρχαιολόγος, Γιάννης Σακελλαράκης, στο βιβλίο του "Η ποιητική της ανασκαφής"». -Πρόσωπα εκτός εποχής. Υπάρχουν; «Σίγουρα υπάρχουν. Θέλω να πω, δεν είναι τυχαία αυτή η αφιερωματική φράση, που προλογίζει, εν μέρει, το βιβλίο "Λαϊκά & Μπλουζ". Για τον καθένα, βέβαια, πιστεύω πως λαμβάνουν διαφορετική διάσταση, εντός. Χρειάζεται να έχεις μια εσωτερική όραση, ή, δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω, ένα κλειδί, πιθανώς, για να βρεις αυτά τα πρόσωπα, τα εκτός εποχής. Και όταν λέω εκτός εποχής, δεν εννοώ απαραίτητα την ρετρό ή κάτι που να αφορά πρότερες δεκαετίες και χρονολογίες. Τα εκτός εποχής πρόσωπα, για εμένα είναι εκείνα που, παρά τις αντίξοες συνθήκες, την αλλοίωση των ηθών, τη διάβρωση των αξιών, μέχρι τον αφανισμό τους, διατηρούν, με πείσμα και σθένος, την εσωτερική τους ισορροπία, την αξιοπρέπεια. Για παράδειγμα, ακούμε συχνά τη φράση, "παλαιάς κοπής". Εκεί ακριβώς, ο φακός αυτής της όρασης, για την οποία μίλησα πριν, ανοίγει, και απλώνονται μπροστά στα μάτια μας, ως δια μαγείας όλα αυτά τα αγαπημένα πρόσωπα». -Εκτιμάς ότι η εποχή θ' αφήσει κληρονομιά στις εποχές που έρχονται σημαντικούς λογοτέχνες; «Όχι. Και το όχι αυτό το υποστηρίζω μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά. Οι περισσότεροι, οι οποίοι αυτοχρίζονται και αυτοδηλώνονται, σήμερα, λογοτέχνες, δεν ξέρουν καν τι σημαίνει λογοτεχνία. Δεν έχουν διαβάσει, δεν έχουν κοπιάσει, δεν αγωνιούν, δεν έχουν ξενυχτήσει ή πονέσει για να γράψουν ένα κείμενο ή ένα ποίημα. Χρησιμοποιούν αβασάνιστα τον όρο λογοτεχνία για κάθε τι που διακαώς θέλουν να παρουσιάσουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η πεποίθησή μου είναι ότι δεν τους παίρνει παρά ελάχιστα λεπτά αυτή η διαδικασία. Δυστυχώς, κατισχύει μια ατέρμονη μετριότητα και η μετριότητα δεν αλλάζει. Το κακό, μπορεί να τουμπάρει και να γίνει καλό. Το μέτριο είναι στάσιμο, δεν εξελίσσεται, δεν αναπτύσσεται. Μερικοί πιστεύουν ότι λογοτεχνία κάνεις με ατάκες, λογοπαίγνια, χυδαιολογίες, δήθεν αποδεσμευμένης από στερεότυπα προφορικότητος, ή λίστες υπεραγοράς. Όμως, μόνο έτσι δεν είναι τα πράγματα. Κυρίως, δεν κάνεις λογοτεχνία, με γυαλιστερά λογάκια που βγαίνουν από καταιονητήρα για να καταβρέξουν το ρηχό αλλά ασύδοτα διαθέσιμο σώμα αγοραίων επιβητόρων. Μπορεί να ακούγομαι σκληρή, όμως συγχώρησε μου αυτή την ευθύτητα. Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο και γι’ αυτό, τις ευθύνες τους έχουν και η εποχή μας, από τη μία, η κρίση, δηλαδή, που έχει υπεισέλθει και σε άλλα πεδία, πλην του οικονομικού, και αυτό το γνωρίζουμε όλοι. Έχουν και οι εκδότες σημαντικές ευθύνες, οι οποίοι, αφού πριμοδοτήσουν με καλοδιάθετες παρόλες, επηρμένους, υπερφίαλους, ήσσονες κτλ., ευεπίφορους σε τέτοιες κολακείες, τους εκδίδουν κιόλας. Ε, εκεί ακριβώς, τελειώνουν όλα. Ο Τρούμαν Καπότε είχε πει μια αδιάσειστη και πέρα για πέρα αληθή κουβέντα: «όλη η λογοτεχνία είναι κουτσομπολιό». Δεν είναι καθόλου μακριά από αυτό που συμβαίνει σήμερα, αν προσθέσεις την, με το στανιό, επιβολή, από κάποιους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, "λογοτεχνών", που δεν έχουν τίποτε καινούριο να πουν, αναμασούν παλαιότερες γραφές, ή τις μεταγράφουν (η περιβόητη διακειμενικότητα δίνει και παίρνει), τις δημόσιες σχέσεις και την προβολή από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μιας ασύλληπτης παραλογοτεχνικής, αγοραίας, θρασύτητος. Αυτό τείνει να εγκαθιδρυθεί και να εδραιωθεί – αν δεν έχει συμβεί ήδη – ως το νέο καθεστώς στα λογοτεχνικά πράγματα. Η παραλογοτεχνία υποκατέστησε την λογοτεχνία. Και μερικοί, εξ ημών, την προσκυνούν ως τοτέμ». -Τι γεύση σου έχει προσφέρει η ζωή μέχρι σήμερα; «Θα έλεγα, επειδή είμαι αρκετά δύσκολος άνθρωπος και με ορισμένες ιδιορρυθμίες, ότι εγώ είμαι εκείνη η οποία επιφυλάσσει γεύση στη ζωή και την ταράζει. Και μερικώς, σοβαρολογώ… Η ζωή μου, μέχρι εδώ, έχει ένα "κινηματογραφικό" υπόβαθρο και μια ανάλογη υφή, αν μπορώ να το πω έτσι. Αλλά, την αφήνω να γυρίζει, όπως και τον κόσμο και τη γη. Όπου μπορώ παρεμβαίνω, όμως είμαι φύσει απαισιόδοξη. Είναι πολύ αργά πια για να αλλάξει αυτό. Η επίγευση, αντιλαμβάνεσαι πως φαίνεται πικρή όταν είσαι αυτό το είδος ανθρώπου στο οποίο ανήκω, αλλά δεν έχω παράπονο. Θα μπορούσα ίσως να σου απαντήσω με στίχους μου, από τα "Λαϊκά & Μπλουζ" και το Χάπι Εντ: Ξέρω ότι δυσκόλεψα τους γύρω μου και εμένα. Το μόνο που πρόσφερα είναι ότι ζήσαμε με πιο ενδιαφέροντα τρόπο. {…} -Παρακολουθείς στενά την επικαιρότητα. Συμπέρασμα; «Η επικαιρότητα είναι σκοτεινή, αδίστακτη, διεστραμμένη και γκροτέσκο. Η Ελλάδα έγινε ένας βόρβορος που αποτελείται από ψώνια, μικροεξουσιαστές, ξιπασμένους πολιτικούς, υποκριτές, περσόνες που πασχίζουν να αποδείξουν κάτι που δεν είναι και που δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ, και βδελύγματα που άγονται και φέρονται από τις διαθέσεις των προηγούμενων κατηγοριών. Αυτό έχει να κάνει και με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, και την καινοφανή διάβρωση, έως παραμόρφωση, των ανθρώπινων χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων. Δεν είναι μόνο που το κράτος, οι μηχανισμοί και οι λειτουργοί του, είναι εκτός λειτουργίας. Δεν είναι που βασιλεύουν, η αδαημοσύνη, η αήθεια, ο ρατσισμός, η βία και οι λήσταρχοι. Δεν είναι το δυσθεώρητο ύψος της ανεργίας, της εγκληματικότητας, των απονενοημένων διαβημάτων, δεν είναι ακόμα που κανείς και τίποτε δεν έχει μείνει όρθιο. Είναι περισσότερο που πάνω σε αυτά τα συντρίμμια και στα πτώματά μας, πατάνε όλοι αυτοί με χαρά – φωτογραφιζόμενοι γελαστοί και αμέριμνοι, σε εξώστες, πάρκα, πλατείες, γήπεδα - , προκειμένου να επανεκλέξουν εκείνους που, κάπου παρακάτω, θα τελέσουν τα ίδια εγκλήματα και εναντίον των παιδιών μας. Όσοι επιθυμούμε σφοδρά να γλιτώσουμε, πρέπει, πάση θυσία, -όσο είναι καιρός- να φύγουμε από αυτόν τον τόπο, πριν βυθιστούμε και μας καταπιεί το γλοιώδες μόρφωμα». -«Καταραμένοι» ποιητές υπάρχουν πια ή τους έχει ποινικοποιήσει το «πέρα δώθε»; «Καταραμένη είναι όλη η εποχή, και ζητώ συγνώμη, που εμμένω σε αυτό. Και όχι βέβαια με την καλή έννοια. Φυσικά και δεν υπάρχουν καταραμένοι ποιητές, στις ημέρες μας. Συμβιβασμένοι, ναι. Μέτριοι, ναι. Κακοί, ναι. Δημοσιοσχεσίτες, ναι. Αναμφίβολα, υπάρχουν όλοι αυτοί, και άλλοι χίλιοι με παραπαίουσες ιδιότητες που ανήκουν σε κατηγορίες απίθανες. Οι καταραμένοι ποιητές, (Les Poètes Maudits, γαλλιστί), είναι ποιητές που διάγουν τη ζωή τους έξω από τα κοινωνικά πλαίσια και καμιά φορά κόντρα σε αυτά. Οι καταχρήσεις, οι εξαρτήσεις, και γενικότερα, κάθε "παράνομη", ή μη κοινωνικώς αποδεκτή πράξη, όπως και ο πρόωρος θάνατος με αυτοχειρία, είναι συνήθως, εκείνα τα στοιχεία που βιογραφούν έναν καταραμένο ποιητή. Ο Φρανσουά Βιγιόν, υπήρξε ο πρώτος καταραμένος ποιητής (1431-1474), η φράση όμως κατοχυρώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Αλφρέντ ντε Βινύ, στο δραματουργικό του έργο Stello. Eκεί, αποκαλεί όλους τους ποιητές, "ράτσα των παντοτινά καταραμένων από τους ισχυρούς της γης". Άλλοι καταραμένοι ποιητές, όπως γνωρίζουμε, ήταν ο Μπωντλαίρ, ο Βερλαίν, ο Αρθούρος Ρεμπώ, όπως και ο πρόδρομος του υπερρεαλισμού, Λωτρεαμόν. Στην Ελλάδα, αν θα θέλαμε να μιλήσουμε για κάποιο είδος καταραμένων ποιητών, βασιζόμενοι σε ειδικότερα χαρακτηριστικά στοιχεία, θα αναφερόμασταν, ενδεχομένως και με επιφύλαξη, (επαναλαμβάνω ότι τα στοιχεία εδώ είναι πολύ διαφορετικά από ό,τι στην Ευρώπη) στον Καβάφη, τον Λαπαθιώτη, τον Καρυωτάκη (ο οποίος είναι και ο πλησιέστερος στους καταραμένους, με τα στοιχεία που ανέλυσα πριν), τον Γιώργο Β. Μακρή, την Κατερίνα Γώγου, τον Ηλία Λάγιο (με επιφύλαξη), τον Θεόδωρο Ντόρρο, τον Νικόλα Άσιμο, κυρίως, για τον τρόπο της ζωής τους, αλλά και για την γραφή τους, που κυμαίνεται από τον ψυχικό πόνο μέχρι την παραίτηση και την αποξένωση και τελικά την αυτοχειρία. Εκεί τελείωσαν για την Ελλάδα και οι "καταραμένοι". Οι σημερινοί "ποιητές", μόνο καταραμένοι δεν είναι. Ξέρω πολύ καλά, πως τα διαπραγματεύονται όλα, αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσω έναν όρο, κατά πολύ, βαρύτερο, από αυτόν». -Έχω μπροστά μου τα Λαϊκά & Μπλουζ. Μανώλης Αγγελόπουλος. Γιατί; «Και δεν θα μπορούσε να είναι άλλος στη θέση του εξωφύλλου, του συγκεκριμένου βιβλίου. Για μένα, ο Αγγελόπουλος είναι σύμβολο, είναι ταυτότητα και σφραγίδα του γνήσιου, ελληνικού, λαϊκού τραγουδιού. Είναι ο διωκόμενος, από κάθε καθεστηκυία συνθήκη, είναι ο φυγάς και ο πρόσφυγας, είναι ο τρελός τσιγγάνος, ο ελεύθερος, είναι ο αγωνιστής, ο αυθεντικός, ο πονεμένος, ο σωστός άντρας, αυτός που μπορείς να στηριχθείς πάνω του, που έχει λόγο τιμής και μπέσα. Ό,τι δηλαδή υπάρχει και ορίζει το λαϊκό τραγούδι. Ένας ήλιος, ένας τιτάνας που κουβαλά στις πλάτες του όλον τον καημό και τον πόνο, τις πληγές και τα τραύματα τούτου του κόσμου. Τα "Λαϊκά & Μπλουζ" λοιπόν, ένα μεγάλο κομμάτι τους δηλαδή, βασίστηκε την προσωπικότητα και το ταμπεραμέντο του Μανώλη Αγγελόπουλου, των τραγουδιών που ερμήνευσε, του ερμηνευτικού του τρόπου, της τεράστιας φωνής του, καθώς και της ζωής του όλης. Έχουν κάτι τσιγγάνικο, με την έννοια του ελεύθερου στοιχείου που υπάρχει σε αυτά, και επίσης, θα επιθυμούσα, με τον ίδιο τρόπο να διαβάζονται, δηλαδή, όπως ακούμε τα λαϊκά από το ραδιοφωνάκι. Φεύγουν από εκεί, αδέσμευτα, αφυλάκιστα σαν αέρας, πετούν και γίνονται κτήμα όλων των ανθρώπων. Σε καμία περίπτωση, δηλαδή, δεν αισθάνομαι ότι μου ανήκουν. Τα "Λαϊκά & Μπλουζ" είναι λαϊκά, ελεύθερα ποιήματα που ανήκουν σε όλο τον κόσμο. Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι είμαι εξαιρετικά υπερήφανη γι’ αυτό το εξώφυλλο, έργου του σπουδαίου χαράκτη-γλύπτη και λάτρη των λαϊκών, Σώτου Αλεξίου. Του είμαι ευγνώμων, ισοβίως. Όπως και στον Θανάση Συλιβό, τον εκδότη μου, και τις Εκδόσεις Μετρονόμος, γιατί ήταν δική του η ιδέα αυτή, την οποία υλοποίησε με τον ζήλο και το μεράκι που τον χαρακτηρίζουν». -Άραγε ο έρωτας ζει από την αθανασία των πολλών θανάτων που κουβαλά; «Ο πυρήνας του έρωτα, έχει κάτι άδυτο, άφατο, άβατο και τέλος πάντων, εξωλεκτικό. Ξηλώνοντας σιγά-σιγά τον γύρω του περιπεπλεγμένο ιστό, που εμείς οι ίδιοι φτιάχνουμε για προστασία, ίσως βρεθείς μπροστά σε ακατανόμαστες "δυνάμεις", οι άνθρωποι συχνά τις αποκαλούμε πληγές, αν αυτό εννοείς λέγοντας "πολλοί θάνατοι". Ο έρωτας, είναι στη βάση του σημαδευτικός και οι πληγές αυτές συχνά γίνονται μικροί θάνατοι, άλλοτε επουλωμένοι κι άλλοτε χαίνοντες. Όταν μένουν εκτεθειμένες σε έναν αδηφάγο περίγυρο, είναι αδύνατον να καταστήσουν τον έρωτα αθάνατο. Πιθανώς, γιατί ο έρωτας είναι το ακριβώς αντίθετο από την συναισθηματική ασφάλεια, το έδαφός του είναι ασταθές, τα μυστικά του δεν δένουν τους εμπλεκόμενους, αντίθετα τους απομακρύνουν, δημιουργούν αποστάσεις. Ο έρωτας είναι πάθος δεν είναι αξία όπως η αγάπη. Άρα, το αν θα ζήσει ή όχι από τις πληγές του, αυτό είμαι πεπεισμένη ότι εξαρτάται από το συναισθηματικό βάθος των εραστών. Το βάθος όμως είναι μάλλον μια δύσκολη υπόθεση, εφόσον μιλάμε για έρωτα. Οπότε μιλάμε για ένα τέλος οδυνηρό όταν αυτός απογυμνώνεται. Θα μπορούσα να πω ότι ο έρωτας είναι ένα είδος προθαλάμου, αυτό δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, ότι ακολουθεί πάντοτε η αίθουσα της αγάπης. Όχι. Σημαίνει όμως ότι είναι απαραίτητη προϋποθετική συνθήκη για να περάσουμε κάποτε και στην αγάπη». -Και η αγάπη; Αγωνιώ αν καταφέρουμε να κληρονομήσουμε στις επόμενες γενιές την υπεροχή της. «Τώρα, δεν θα ήθελα να ανατρέξω σε διάφορες πηγές και να θυμηθώ την επιστολή προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου. Κάποτε ο Τόμας Μαν έγραψε ότι "αυτός που αγαπά είναι πιο θεϊκός από κείνον που αγαπιέται, γιατί μέσα του υπάρχει ο Θεός, που δεν υπάρχει στον άλλον". Η απόλυτη ένωση των ψυχών, δεν έχει άλλον τρόπο από την αγάπη, πρωτίστως, την εσωτερική διάστασή της και όχι μόνο την σαρκική. Αγωνιώ και εγώ λοιπόν, διότι η αγάπη είναι κάτι υπέρτατο και ασφαλώς δεν είναι ικανοί και άξιοι όλοι οι άνθρωποι για τόσο μεγάλες και σπουδαίες πράξεις. Άλλωστε δεν είναι στο χέρι μας, μόνο, αυτό το κληροδότημα. Εμείς, κάνουμε και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, ό,τι μπορούμε και περνάει από το χέρι μας, ίσως γιατί το παμμέγιστο αυτό αίσθημα έχει μια μεταφυσική διάσταση, υπερβαίνοντας τις λέξεις, αντιστέκεται στο ίδιο το εγκόσμιο. Είναι ένα αίσθημα καθαρό και άσπιλο, και συνάπτεται με τη διάρκεια και τη σταθερότητα, αξίες άγνωστες στον περισσότερο σύγχρονο κόσμο. Άρα, πρόκειται για κάτι υπερκόσμια βαθύ και ουσιαστικό. Η αγάπη θα σώσει τον κόσμο, για να παραφθείρω τη πασίγνωστη ρήση του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Μπορεί η αγάπη να ξεκινά πολλές φορές από τον έρωτα, -όπως είπα και πριν- αλλά δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι είναι μια ακραία προέκταση και υπέρβασή του. Ο έρωτας εδράζεται στα ένστικτα, απαιτεί προσωπική ικανοποίηση, φτάνει αναπόφευκτα στον κορεσμό, διακατέχεται από κτητικότητα και είναι ξεκάθαρα εγωιστικός: γι’ αυτό και, αν προδοθεί, πληγωθεί, ή, μείνει ανεκπλήρωτος, μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί ακόμη και σε μίσος. Η αγάπη, αντιθέτως, στηρίζεται σε βαθιά συναισθήματα που αγγίζουν ακόμη και την αυτοθυσία, υπερβαίνει τους εγωισμούς και τις ζήλιες, σημαίνει πραγματική και άρρηκτη ένωση με τον άλλον, και γι’ αυτό δε κάμπτεται ούτε μεταβάλλεται ποτέ». -Τι σου πρήζει το συκώτι; «Η ασυνεννοησία, η βλακεία, η ρηχότητα, η εμπάθεια, η αήθεια και η λάσπη, οι αβαθείς, βιαστικοί και πρόχειροι άνθρωποι, το παζάρι και τελικά το ξεπούλημα της φιλίας. Αυτό με αρρωσταίνει, και πλέον, ούτε το συγχωρώ, ούτε το υπομένω, ούτε το ανέχομαι». -Γράφεις κάθε μέρα; «Αυτονόητα, όχι. Ξέρω κάποιους που βάζουν ξυπνητήρι, κάθε μέρα στις 8, για να γράψουν ας πούμε ικανό αριθμό σελίδων, ή να εξαντλήσουν ένα ολόκληρο 8ωρο, γράφοντας. Κάπως σαν υποχρέωση, ή καθήκον, ή επάγγελμα. Δεν θέλω να το κρίνω, δεν μπορώ. Για μένα η γραφή είναι σαν την προσευχή των μοναχών στο Άγιο Όρος. Λειτουργεί – με την αρχική σημασία του ρήματος – ακόμα κι όταν βρίσκομαι σε κατάσταση ύπνου, μέθης, ανάπαυσης, κτλ. Κάποτε πήρα ένα μικρό ψηφιακό μαγνητοφωνάκι, γιατί συνέβαινε συχνά να ξυπνώ στις 3 ή στις 4 ή στις 5 τα χαράματα και να γράφω ένα ολόκληρο ποίημα ή κάποιο κείμενο, -και δεν εννοώ να κρατώ σημειώσεις-, έτσι ακριβώς όπως το είχα δει σε κάποιο όνειρό μου. Στην αρχή πριν το αγοράσω, ξύπναγα και πήγαινα στο γραφείο μου και έγραφα στο χαρτί, μετά πληκτρολογούσα, όταν άρχισε να συμβαίνει συχνότερα πήρα το μαγνητοφωνάκι για να μη σηκώνομαι στ’ άγρια χαράματα και γράφω σαν υπνοβάτης. Ποτέ όμως δεν έγραφα σαν υπνοβάτης τελικώς, γιατί όλα από εμένα – ψυχή, καρδιά, μυαλό και σώμα- μετέχουν εναργώς σε αυτή την τελετουργία, ιερουργία, ας την πω καλύτερα. Για να απαντήσω ακέραια, στην ερώτησή σου, έχουν περάσει και 4 μήνες χωρίς να γράψω ούτε μισή λέξη. Και αυτό πιστεύω γιατί, άλλοτε η γραφή είναι το σύμπτωμα και άλλοτε η θεραπεία, όταν δεν λειτουργεί ως σύμπτωμα, και θεραπεύεσαι, έστω περιστασιακά, παύεις να γράφεις, είσαι ήρεμος κι ευτυχισμένος». -Σε ό, τι βαθιά έχω αγαπήσει και σε ό, τι βαθιά έχω αγαπηθεί, ο θάνατος φαντάζει μικρός. Και παρά το γεγονός ότι ο θάνατος μου έκλεψε αγάπη, εγώ αντί να τον μισήσω, συμφιλιώθηκα μαζί του. Πώς η ποίηση πια -με τόσες αλλοτριώσεις και απαλλοτριώσεις- μπορεί να θεραπεύσει το μέσα μας; «Απάντησα μερικώς, και στην προηγούμενη ερώτηση επ’ αυτού. Κατ’ αρχάς, θεωρώ πολύ σημαντική αυτή την ερώτηση και πολύ ξεχωριστή. Πάλι μιλάμε ή θα μιλήσουμε για την αγάπη ή όπως πολύ εύστοχα γράφει ο Μιχάλης Γκανάς, "αν είναι να μιλήσει κάποιος, ας πει για την αγάπη", και ο Τζον Λέννον, "η αγάπη είναι η απάντηση και αυτό το γνωρίζουμε όλοι". Ο θάνατος, ναι, πιστεύω πως ακυρώνεται με την αγάπη. Η αγάπη είναι το ύψιστο αίσθημα, η ύψιστη μεγαλειώδης πράξη που μπορεί να καταργήσει τον θάνατο. Η ποίηση είναι, ή, θα έπρεπε να είναι, μια έκφανση της αγάπης. Θα έπρεπε να προετοιμάζει να συμφιλιώνει με το θάνατο, με την έννοια της γόνιμης διαδικασίας της υπαρξιακής αναζήτησης, αν δεχθούμε ως δεδομένο, ότι ο θάνατος είναι το φλέγον και μείζον υπαρξιακό ζήτημα που απασχολεί όλους μας και κυρίως τους ποιητές. Η αποδοχή του τέλους μας, είναι η απόφασή μας, να πιστέψουμε πως εισερχόμεθα σε μια νέα πνευματική ζωή, όπου η ύλη δεν έχει καμία υπόσταση ή αξία. Έτσι η ποίηση και όλα τα πνευματικά έργα, η τέχνη γενικότερα, οφείλει να μην αναλώνεται σε προσφιλείς παρουσιάσεις της, αλλά να επιδίδεται σε κάποιο είδος εσωτερικής, "θρησκευτικής" πιθανώς, προετοιμασίας για αυτή την αποδοχή, με γαλήνη και εσωτερικό φως. Αισθανόμαστε καμιά φορά τόσο μόνοι ενώπιον του γεγονότος του θανάτου και αυτό έγκειται στο αίσθημα ανασφάλειας μεν και αδυναμίας μας. Όμως, θα μπορούσε να δημιουργηθεί εδώ, μια υπέροχη αντίστιξη ανάμεσα στο ξεκίνημα της νέας πνευματικής ζωής, που θα γίνεται σε συνθήκες απόλυτης ασφάλειας, μέσω της ποίησης, υπό την αιγίδα και την επιστασία της. Η αληθινή ποίηση είναι κάτι ισχυρό και αγαπημένο, αυξάνει πολύ την ασφάλειά μας, την πνευματική και ψυχική και την απαλύνει από την συναισθηματική ένταση του επιθανάτιου βιώματος. Αυτό λίγοι το αντιλαμβάνονται. Γιατί δίνουν περισσότερη σημασία και εκεί τους καταλαμβάνει ολοσχερώς ο τρόμος μπροστά στο θάνατο που είναι σκληρός και αμείλικτος, σαν πύρινη διαταγή και καταργεί το συναίσθημα της εγκόσμιας χαράς. Γιατί ο θάνατος δεν εξαγνίζει, δεν είναι γενναιόδωρος, δεν είναι ευγενής. Ένας από τους ουσιαστικότερους στόχους της ποίησης θα έπρεπε, επισημαίνω, να είναι αυτή η συμφιλίωση. Ή, μια πλήρης ανατροπή του παλαιού προτύπου και μοντέλου, δηλαδή, η ωμή υπόμνηση της μηδαμινότητας του ανθρώπου, ή η ανάδειξη της φθαρτότητάς του, που λειτουργεί τελικά ως μια διαρκής αλλά και τραυματική υπόμνηση της ανθρώπινης "καταδίκης". Δεν υπάρχει απάντηση, νομίζω, για το πώς μας θεραπεύει η ποίηση, γιατί φαντάζομαι πως στον καθένα έχει διαφορετική επιρροή και δράση, σύμφωνα με τον τρόπο που προσλαμβάνουμε, γράφουμε, ή διαβάζουμε. Σύμφωνα με τον τρόπο που έχουμε ζήσει, σύμφωνα με τον τρόπο που εξελισσόμεθα ή αναπτύσσεται ο εγκέφαλος η καρδιά και ο συναισθηματισμός μας. Όμως η ποίηση είναι σίγουρα ένας αστραφτερός ουρανός, που μας παραπέμπει, έστω και σήμερα, μέσα σε όλη την παρακμή και τη διάλυση, σε μια φωτεινή, μεταφυσική, θα έλεγα, ελπίδα. Η συνειδητοποίηση της ανθρώπινης μοίρας είναι ωριμότητα και κάτι πολύ σπουδαίο να συμβεί στον άνθρωπο, στον κατάλληλο χρόνο». -Τι θρέφει την ψυχή και τι το πνεύμα; «Ο Παπαδιαμάντης και η Αγία Γραφή, όπως λέγει και ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Και ενώ φαίνεται πως αστειεύομαι, μάλλον σοβαρολογώ. Πάνω και πέρα από αυτά τα δύο, δηλαδή, τα άξια αναγνώσματα και τις Γραφές, την ψυχή και το πνεύμα, τρέφει και ανασταίνει, οδηγεί και προφυλάσσει, τα καθιστά άξια, μόνο η αγάπη. Η οποία είναι για μένα η οριστική και αδιασάλευτη πίστη μου. Η πιο αληθινή θρησκεία».