Έρση Βατού: Τζιέρι μου...

Δημοσιογράφος, ερευνήτρια, μητέρα μα πάνω απ' όλα ένα πλάσμα που εκπέμπει καλοσύνη και χαρά. Αυτή είναι η Έρση Βατού που μας έκανε την τιμή να γίνει μέλος της παρέας του Kill Bad Food και να μας μιλήσει για τις Αλησμόνητες Πατρίδες... «Είμαι όρθια και προχωράω, όπως έλεγαν και οι πρόγονοι μας» Χρήστος Μουστάκας: Και σε βλέπω πιο όμορφη από ποτέ «Και προκόβω. Η μέση ηλικία βοηθάει να πάρεις μιαν ανάσα» Χρήστος Μουστάκας: Αυτά εμένα δεν μου αρέσουν καθόλου, οι μέσες ηλικίες, οι μικρές κτλ «Κοίτα τα παιδιά. Ένας άλλος κόσμος. Φρεσκάρουν τη μνήμη μας. Μπαίνουν με μία διαφορετική διαδικασία μέσα στο παρελθόν και δημιουργούν ένα μέλλον. Εμένα αυτό με τρελαίνει, διότι όλες αυτές οι πατρίδες από τις οποίες προερχόμαστε δεν είναι χαμένες, είναι αλησμόνητες». Χρήστος Μουστάκας: Ήθελα τόσο πολύ να στο ρωτήσω αυτό. Δεν είναι χαμένες. Υπάρχει, είναι κάτι που ζει ανάμεσά μας. «Ακριβώς, το κουβαλάς εσύ και το κουβαλάω κι εγώ» Χρήστος Μουστάκας: Και θα το κουβαλήσουν και οι επόμενοι «Ακριβώς. Κάθε φορά που μιλάμε γι' αυτό, συγκινούμεθα, θυμόμαστε, θέλουμε να τραγουδήσουμε και σηκώνονται τα πόδια μας σε ένα απτάλικο, είναι μεγάλη ιστορία αυτό. Είναι μέσα μας όλο αυτό το πράγμα» Χρήστος Μουστάκας: Πες μου όταν πρωτοπήγες στην Κωνσταντινούπολη, για παράδειγμα. «Έχω πάει στην Κωνσταντινούπολη, σε όλη την Ιωνία, στην Καππαδοκία, ένα μέρος μόνον έχω αφήσει, τη Σμύρνη. Ένα μέρος που είναι τα δυο χωριά των γονιών μου, οι πάπποι μου και οι προπάπποι μου. Όπως ξέρεις, η μνήμη είναι κάτι το οποίο έρχεται και σε συναντά. Πολύ πρόσφατα, πριν δύο με τρεις μήνες, βρέθηκε ένας άνθρωπος , ο Θοδωρής ο Κοντάρας, ένας εξαιρετικός αναλυτής της Μικρασιατικής Ιστορίας, που μου έδωσε ένα βιβλίο το οποίο είχε εκδώσει το Κέντρο στη Νέα Ερυθραία το οποίο αφορά το μισό μου χωριό το Ντεβελίκιοι το οποίο έχει μόνον 400 κατοίκους. Η γιαγιά μου πάντα μου έλεγε μια ιστορία αλλά ήταν η μόνη που ήξερε η οικογένειά της. Αίφνης συναντώ έναν άνθρωπο από το πουθενά, μετά από τριάντα χρόνια και μου λέει: α, έχω να σου δώσω μία κατάθεση μνήμης της ζωής από το χωριό σου. Άρα, αυτό που εγώ μαθαίνω το κουβαλάω και το δίνω στα παιδιά μου κι αυτά θα το δώσουν παρακάτω. Κι έτσι συνεχίζει η ιστορία». Χρήστος Μουστάκας: Άνθρωποι με τη ζωή μέσα τους, με δύναμη, που ήξεραν τι μπορούν να κάνουν με τα χέρια τους, που προσπαθούσαν να καταφέρουν να κάνουν τη γη τη λασπωμένη να βγάλει... «Αυτό λέγεται προκοπή» Χρήστος Μουστάκας: Τώρα, βέβαια, θα ήθελα να συζητήσουμε -αλλά δεν είναι επί του παρόντος- κι όλα αυτά που ακούσανε, παστρικιές κτλ Ακούσανε πολλά πράγματα που τελικά είναι παράσημο. Εγώ έτσι το βλέπω. «Κι εγώ» Χρήστος Μουστάκας: Θεωρείς ότι είναι τυχαίο αυτή η μίξη, η πρόσμιξη ανθρώπων, η κουλτούρα που είχε δημιουργηθεί και αυτός ο πολιτισμός. Είναι τυχαίο ότι αυτή τη στιγμή δεν ξέρουμε ή τέλος πάντων δεν μπορούμε να αποφασίσουμε αν ο καφές είναι τούρκικος ή ελληνικός; «Νομίζω είναι ελληνικός ή βυζαντινός εν πάσει περιπτώση. Η αλήθεια είναι ότι υπήρξαν προσμίξεις πολλές και δεν υπάρχει δικό μου- δικό σου, υπάρχει μία επαφή και μία αλληλεπίδραση διαρκής και πάρα πολύ όμορφη. Φυσικό το γένος είναι γένος. Ο Ρωμιός είναι Ρωμιός, ο Τούρκος είναι Τούρκος... Αυτός ο Ελληνισμός ήταν πολύ μεγάλος και πολύ σπουδαίος. Ας πούμε, η άλλη μου η γιαγιά είχε γεννηθεί στο Χαλέπι της Συρίας που τώρα υποφέρει και έχει γονατίσει...» Χρήστος Μουστάκας: Τι DNA είναι αυτό; «Απίστευτο. Αρμένισσα μάνα και πατέρας Έλληνας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που μιλούσε οκτώ γλώσσες και ήταν δάσκαλος. Αυτός ήταν ο Ελληνισμός. Και αυτά τα πράγματα ήρθαν εδώ, σε έναν τόπο που ήταν λίγο πιο μαζεμένος. Εγκαταστάθηκαν στις γειτονιές του Πειραιά κι όμως σ' αυτή τη μικρή γωνίτσα, δημιούργησαν ένα σπιτικό. Άρχισαν να καθαρίζουν - εξ ου και το παστρικιές- κάθε μέρες πλενόντουσαν και άρχισαν μετά να μαγειρεύουν με ότι είχαν». Τζιέρι μου... «Οι Κωνσταντινοπολίτες, η πιο σπουδαία προσφώνηση που έχουν είναι τζιέρι μου, συκώτι μου, σπλάχνο μου». σ.σ., λίγο μετά από αυτήν τη συνέντευξη, η Έρση Βατού πήγε στην πατρίδα της τη Σμύρνη...